ἱκετήσιος

ἱκετ-ήσιος, α, ον, epith. of Zeus,= ἱκέσιος, 13.213.
II suppliant, Nonn. D.36.379.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ικετήσιος — ἱκετήσιος, ία, ον (Α) 1. (ως επίθ. τού Διός) Ἱκετήσιος ο προστάτης τών ικετών 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἱκετήσιος ο ικέτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱκέτης + κατάλ. ησιος (πρβλ. βιοτ ήσιος, φιλοτ ήσιος)] …   Dictionary of Greek

  • ἱκετήσιος — suppliant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετήσιον — ἱκετήσιος suppliant masc acc sg ἱκετήσιος suppliant neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετήσια — ἱκετήσιος suppliant neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • HICETESIUS Jupiter — h. e. ἱκετηςιος Ζεὺς, deprecabilis videlicet, et qui supplicum preces audit. Hesych. Hinc ἱκετήρια dicuntur, quae ipsae sunt supplicationes et supplicandimodus: et ramus insuper oleae, lanâ obvolutus, quo in his supplicationibus utcbantur antiqui …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -ήσιος — κατάληξη επιθέτων τής αρχαίας μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής. Στην Αρχαία η κατάλ. ήσιος εμφανίζεται, κυρίως, αφ ενός μεν σε θέματα με χαρακτήρα οδοντικό (πρβλ. βιοτήσιος, φιλοτήσιος κ.ά.), αφ ετέρου δε σε επίθετα που έχουν χρονική σημασία (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • ικέτης — ο, θηλ. ικέτιδα και ικέτις (ΑΜ ἱκέτης, θηλ. ἱκέτις, ιδος) αυτός που κατάφεύγει σε κάποιον και ζητά βοήθεια και προστασία νεοελλ. αυτός που παρακαλεί θερμά κάποιον, αυτός που εκλιπαρεί αρχ. αυτός που παρακαλεί να εξαγνιστεί από κάποιο φόνο τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.